ἑπταμόριον

ἑπτα-μόριον, τό, = Lat.
A Septempagi, Plu.Rom.25.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ἑπταμόριον — Septempagi neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • επταμόριος — ἑπταμόριος, ον (Α) 1. αυτός που αποτελείται από επτά μόρια, μέρη 2. το ουδ. ως ουσ. τὸ ἑπταμόριον επτάλοφος («χώραν..., ἣν Σεπτεμπάγιον καλοῡσιν, ὅπερ ἐστὶν ἑπταμόριον», Πλούτ.) …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.